ανακαλύπτομαι


ανακαλύπτομαι
ανακαλύπτομαι, ανακαλύφθηκα και ανακαλύφτηκα, (σπάν.) ανακαλυμμένος βλ. πίν. 12

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εφευρίσκω — (ΑΜ ἐφευρίσκω, Α ιων. τ. ἐπευρίσκω) επινοώ κάτι το νέο, κάτι το άγνωστο, κάνω εφεύρεση (α. «ἐφεῡρε δ ἄστρων μέτρα», Σοφ. β. «ο Έντισον εφεύρε τον ηλεκτρικό λαμπτήρα» γ. «εφευρίσκω τρόπο υπεκφυγής») αρχ. 1. βρίσκω, ανακαλύπτω («εἴ που ἐφεύροι… …   Dictionary of Greek

  • κατάδηλος — η, ο (AM κατάδηλος, ον) ολοφάνερος, καταφανής αρχ. 1. (με τα ρ. γίγνομαι ή φαίνομαι) γίνομαι φανερός, ανακαλύπτομαι 2. (με το ρ. ποιώ) καθιστώ γνωστό. επίρρ... καταδήλως (AM καταδήλως) καταφανώς, ολοφάνερα. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + δηλος (<… …   Dictionary of Greek

  • παρευρίσκομαι — ΝΜΑ, παρευρίσκω Α νεοελλ. μσν. είμαι παρών, παρίσταμαι σε ένα συγκεκριμένο γεγονός νεοελλ. (ιδίως σχετικά με συναθροίσεις ή επίσημες εκδηλώσεις) συμμετέχω, παίρνω μέρος, παρακολουθώ («παρευρέθηκε στη διάλεξη) αρχ. (το ενεργ.) παρευρίσκω επινοώ,… …   Dictionary of Greek